ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Λάζαρος Βαρτάνης

Το «Φυγόδικος δεν ήμουν» της γιαννιώτισσας Ισμήνης Καρυωτάκη, η νέα παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων κάνει πρεμιέρα το Σάββατο 14 Μαρτίου στις 21:00 στο Καμπέρειο Θέατρο σε διασκευή και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου.

Αύγουστος 1972, Ήπειρος: ένας πολιτικός κρατούμενος της χούντας και η ερωμένη του αναζητούν διέξοδο από τη χώρα, σε ένα τοπίο φορτισμένο με μετεμφυλιακά τραύματα, ιδεολογικές συγκρούσεις και ανεπούλωτες σιωπές. Ο Λάζαρος Βαρτάνης συναντά επί σκηνής τη Μπέτυ Λιβανού και την Ελένη Στεργίου σε μια παράσταση που ισορροπεί ανάμεσα στο πολιτικό θρίλερ και τη βαθιά ανθρώπινη ιστορία.

Λίγο πριν την πρεμιέρα, ο Λάζαρος Βαρτάνης μιλά στο ΙΟΑΝΝΙΝΑ THEATER και τον Γιώργο Τζοβάρα για τη συνάντησή του με ένα απαιτητικό κείμενο, τον ρόλο ενός ανθρώπου που κυνηγιέται από την ίδια του την εποχή και τη συνεργασία με δύο σημαντικές ηθοποιούς.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων για την παράσταση «Φυγόδικος δεν ήμουν»;

Δέχτηκα ένα τηλέφωνο από τον Κωνσταντίνο Μάρκελλο -τον σκηνοθέτη μας- που με έκανε πραγματικά πολύ χαρούμενο για αυτή τη συνεργασία. Θαυμάζω τη δουλειά του Κωνσταντίνου και της Ελένης Στεργίου χρόνια τώρα. Είναι δύο άνθρωποι που δουλεύουν με μεράκι και πραγματική αφοσίωση και οι παραστάσεις τους -κατά τη γνώμη μου- είναι αριστουργήματα. Όταν έμαθα ότι θα ανέβει στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων, χάρηκα ακόμα περισσότερο, γιατί είχα έρθει πριν από χρόνια -ως σκηνοθέτης- με τις παραστάσεις «Φροσύνη» και «Πασού» (που είχαμε κάνει με τον Στέφανο Παπατρέχα και τη Σύνθια Μπατσή) και έχω τις καλύτερες αναμνήσεις από τότε.

Τι σας γοήτευσε περισσότερο στο έργο της Ισμήνης Καρυωτάκη όταν ήρθατε πρώτη φορά σε επαφή με το υλικό;

Είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που έχει βραβευτεί κιόλας με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2023. Η Ισμήνη Καρυωτάκη έχει γράψει ένα έργο με βάθος, ιδιαίτερα συγκινητικό, με δυνατούς χαρακτήρες, που όσο το μελετάς βρίσκεις πράγματα που δεν είχες εντοπίσει από την αρχή -χαρακτηριστικό των σπουδαίων κειμένων. Και φυσικά θέλω να σταθώ στη διασκευή που έκαναν ο Κωνσταντίνος με την Ελένη, γιατί δεν είναι εύκολο να θεατροποιήσεις ένα μυθιστόρημα. Και τα παιδιά έχουν κάνει καταπληκτική δουλειά.

Πόσο εύκολο είναι να μεταφερθεί στη σκηνή ένα τόσο περιπετειώδες και περιγραφικό μυθιστόρημα;

Καθόλου εύκολο, αλλά πολύ ιντριγκαδόρικο. Ευτυχώς, όμως, έχουμε εξαιρετικό σκηνοθέτη και εξαιρετικούς συντελεστές σε όλα τα επίπεδα (σκηνογράφο, μουσικό, φωτιστή κ.λπ.). Όλα έχουν γίνει έτσι ώστε η μεταφορά στη σκηνή να γίνει όσο καλύτερα γίνεται: από τη διασκευή και τις πρόβες, μέχρι την ατμόσφαιρα που φτιάχνεται επί σκηνής από το υπέροχο σκηνικό, τη μουσική και τα φώτα. Ένα βιβλίο ο κάθε αναγνώστης το φτιάχνει στο μυαλό του με τον δικό του τρόπο. Στο θέατρο, όμως, οι συντελεστές επιλέγουν τις εικόνες, τους ήχους, όλα όσα θα προσλάβει ο θεατής, και το στοίχημα είναι να αισθανθεί όλα όσα θα ένιωθε ως αναγνώστης. Πιστεύω ότι η παράστασή μας το καταφέρνει και με το παραπάνω!

Η ιστορία τοποθετείται στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’70, σε μια περίοδο πολιτικής έντασης και ανοιχτών πληγών από τον εμφύλιο. Πόσο κοντά ή μακριά αισθάνεστε ότι βρίσκεται σήμερα αυτή η πραγματικότητα;

Πρακτικά βρίσκομαι μακριά από αυτή την εποχή, αφού γεννήθηκα το 1982, αλλά έχω τόση γνώση από τις ιστορίες που μου έλεγαν οι παππούδες μου, που κάπως συμπληρώνω τα χρονικά κενά. Δυστυχώς, όμως, η ζωή μάς έχει φέρει στο 2026 να ζούμε κι εμείς άλλου είδους εντάσεις σε πολιτικό επίπεδο, με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Πόλεμοι παντού, θάνατοι μικρών παιδιών -και όχι μόνο- πλανητάρχες που είναι έτοιμοι να τα τινάξουν όλα στον αέρα. Δύσκολες εποχές ξανά. Δεν νομίζω πως η χώρα μας πέρασε και πολλές περιόδους πολιτικής ηρεμίας. Συν τοις άλλοις, πολλά από αυτά που ζούμε σήμερα είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων και εξελίξεων εκείνης της εποχής. Οι άνθρωποι δεν έχουν αλλάξει. Τα όνειρα, οι αγωνίες και οι ζωές παραμένουν, στον πυρήνα τους, ίδιες.

Μιλήστε μας λίγο για τον χαρακτήρα που υποδύεστε, έναν άνθρωπο κυνηγημένο από την πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Πώς τον προσεγγίσατε;

Στην παράσταση υποδύομαι τον Σπήλιο, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή την περίοδο της χούντας. Εκεί ξυλοκοπείται αγρίως και παθαίνει έμφραγμα. Παίρνει μια προσωρινή άδεια εξαιτίας αυτού και βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του για απόδραση από τα σύνορα μαζί με την αγαπημένη του, Εριφύλη. Η ζωή, όμως, έχει άλλα σχέδια και τους οδηγεί στο σπίτι της Φλώρας, θείας της Εριφύλης, η οποία είναι φιλοβασιλική. (Τα υπόλοιπα επί σκηνής, για να μη προδώσω τίποτε σε αυτούς που δεν έχουν διαβάσει το μυθιστόρημα.) Δύσκολος ρόλος. Σίγουρα από τους δυσκολότερους που μου έχουν τύχει ποτέ. Όμως, με τη σωστή καθοδήγηση από τον Κωνσταντίνο, αισθάνομαι ασφάλεια.

Η παράσταση διαδραματίζεται σε έναν τόπο φορτισμένο με μνήμη, την Ήπειρο. Είναι κι αυτή ένας χαρακτήρας του έργου;

Η Ισμήνη Καρυωτάκη έχει γράψει ένα βιβλίο από βιώματα και μνήμες ζωντανές, των οποίων το σκηνικό είναι τα Ιωάννινα. Για αυτόν τον λόγο είναι πολύ συγκινητικό που το έργο ανεβαίνει εδώ. Ακόμη πιο συγκινητικό θα είναι, πιστεύω, για τους ανθρώπους που έζησαν εδώ την περίοδο εκείνη και θα δουν όλες αυτές τις μνήμες να ζωντανεύουν. Δεν γίνεται να απομονώσεις την πλοκή ενός κειμένου από τον τόπο όπου διαδραματίζεται. Επομένως, τα Γιάννενα είναι σημαντικό στοιχείο της παράστασης.

Στη σκηνή συναντιέστε με τη Μπέτυ Λιβανού και την Ελένη Στεργίου. Πώς βιώνετε αυτή τη συνύπαρξη;

Είναι μεγάλη μου τιμή να συνεργάζομαι με δύο υπέροχες γυναίκες που εκτιμώ βαθιά. Με την Ελένη είναι η δεύτερη φορά που συναντιόμαστε επί σκηνής και ομολογώ ότι η ασφάλεια που μου δημιουργεί είναι αναντικατάστατη. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά· απλώς κοιταζόμαστε και συνεννοούμαστε. Για τη Μπέτυ τι να πρωτοπώ. Φρόντισε πολύ γρήγορα να πάρει την αμηχανία μου ότι έχω μπροστά μου τη «Μπέτυ Λιβανού».

ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ