ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ελένη Στεργίου

Λίγο πριν τις δύο παραστάσεις στις 11 και 12 Ιανουαρίου στο Καμπέρειο θέατρο, η ηθοποιός Ελένη Στεργίου μιλά στον Γιώργο Τζοβάρα για την παράσταση «Δυο Πορτοκάλια για τα Χριστούγεννα». Αποκαλύπτει τις έντονες συγκινήσεις και τα προσωπικά βιώματα που συνόδευσαν τη δημιουργία και την ερμηνεία της στον ρόλο της Αντρία, μας ταξιδεύει στην ατμόσφαιρα της Ρουμανίας μετά την πτώση του καθεστώτος Τσαουσέσκου και μοιράζεται την εμπειρία της από την έρευνα για τα ιστορικά γεγονότα, την ανακάλυψη συγκλονιστικών μαρτυριών και τη σύνθεση της μυθοπλασίας που συναντά την πραγματικότητα.

Πείτε μας λίγα λόγια για την παράσταση «Δυο Πορτοκάλια για τα Χριστούγεννα».

Το έργο ξεκινάει με τον Βλαντ, που πυροβολήθηκε στα επεισόδια που ακολούθησαν την ανατροπή του δικτάτορα Τσαουσέσκου. Ζει, ακόμη, με δύο σφαίρες σφηνωμένες στο κορμί του κι έχει μια ιστορία να αφηγηθεί. Ο Λουτσιάν, με το αινιγματικό και ένοχο παρελθόν του, διευθύνει έναν εκδοτικό οίκο και αναζητά μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν στα περιθώρια της Ιστορίας και «φαντασιώθηκαν την επανάσταση». Η Αντρία, που μόλις έχασε την μητέρα της, ψάχνει -ως πολιτική επιστήμονας και ως κόρη- απαντήσεις. Αποτολμά να ανοίξει τον φάκελο των Μυστικών Υπηρεσιών που αφορά στους γονείς της κι έρχεται αντιμέτωπη με αλήθειες που θα κλονίσουν κάθε της βεβαιότητα. Οι ζωές των τριών διασταυρώνονται και σύντομα, τα πρόσωπα,  συνειδητοποιούν πως οι τραγικές επιπτώσεις της πολιτικής στον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο και οι κληρονομημένες ενοχές, δεν τους επιτρέπουν να συνυπάρξουν αρμονικά σε μία κοινωνία που θέλει να αποκαλείται «ελεύθερη», αν και φέρει ακόμη ανοιχτά τα τραύματα του παρελθόντος, ατομικά και συλλογικά.

Τι σας ενέπνευσε να ασχοληθείτε με την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν υπό το καθεστώς Τσαουσέσκου;

Πήγαμε στο Βουκουρέστι με την πρόθεση να συναντήσουμε την Ιρίνα Νίστορ, τη γυναίκα που επί καθεστώτος Τσαουσέσκου μεταγλώττισε με μόνη η τη φωνή της πάνω από 3.000 παράνομα εισαγόμενες αμερικανικές βιντεοταινίες. Θα κάναμε έρευνα γύρω από αυτή την ιστορία και ο συνεργάτης μου ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος θα έγραφε ένα έργο γι’ αυτήν… Το δεύτερο βράδυ βρεθήκαμε στο σπίτι μιας φίλης της, η οποία θα μας μιλούσε για την εμπειρία της με την θέαση των ταινιών. Εκεί γνωρίσαμε, εντελώς τυχαία, τον Βλαντ, το… αουτσάιντερ, όπως τον ονομάσαμε στο τέλος. Προσφέρθηκε να μας μιλήσει για τα δικά του βιώματα. Μας αποκάλυψε τα τραύματά του, σωματικά και μη. Μας μίλησε για τις δυο σφαίρες που «κοιμούνται» ακόμη μέσα του, από τη νύχτα της 21ης Δεκεμβρίου του ’89 όταν τον πυροβόλησαν. Τελειώνοντας την αφήγησή του, ο Κωνσταντίνος μου είπε το πώς και με ποιον θα άρχιζε, τελικά, το έργο του! Από εκεί και πέρα αρχίσαμε να κάνουμε συνεντεύξεις με διάφορους ανθρώπους που ζήσανε τα γεγονότα και οι αφηγήσεις τους ήταν συγκλονιστικές.

Η δημιουργία της παράστασης ξεκίνησε με το ταξίδι σας στο Βουκουρέστι. Εκεί συμμετείχατε στην έρευνα που προηγήθηκε της συγγραφής. Πώς ήταν αυτό το ταξίδι συγκέντρωσης μαρτυριών και ιστοριών από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές;

Πήραμε συνεντεύξεις από τους αληθινούς πρωταγωνιστές της Ιστορίας, διαβάσαμε ιστορικές πηγές, μπήκαμε στα κτήρια, όπου οι Ρουμάνοι πολίτες έζησαν τον φόβο, τις στερήσεις, την ανασφάλεια και περπατήσαμε στους δρόμους όπου «φαντασιώθηκαν την επανάσταση», ένα καλύτερο αύριο. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων αυτών ήταν ανατριχιαστικές. Η Αντρία, ο ρόλος που υποδύομαι είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο, ήταν η ξεναγός μας στο Βουκουρέστι με σπουδές στις πολιτικές επιστήμες. Έγινε θεατρικός χαρακτήρας. Η πληροφορία που μας μετέφερε για την ύπαρξη ενός ιδρύματος όπου κρατούνται οι φάκελοι των Μυστικών Υπηρεσιών από το ’70 ως το ’89, έδωσε την έμπνευση για την πιο ηχηρή ανατροπή μέσα στο έργο. Φυσικά, τα περιστατικά της ζωής του πραγματικού Βλαντ και της πραγματικής Αντρία είναι διογκωμένα, για χάρη της μυθοπλασίας. Αποκύημα της οποίας είναι ο Λουτσιάν, ο τρίτος χαρακτήρας του έργου, ο οποίος -με το δικό του, μυθοπλαστικό, σκοτεινό παρελθόν- λειτουργεί σαν συνεκτικός ιστός ανάμεσα στα ιστορικά ντοκουμέντα και τα προσωπικά βιώματα που φέρνουν οι άλλοι δυο χαρακτήρες στη σκηνή. Η εμπειρία μας ήταν αποκαλυπτική, μάθαμε γεγονότα γι’ αυτή την ιστορική περίοδο της Ρουμανίας που ούτε φανταζόμασταν ποτέ κι έτσι δημιουργήθηκε αυτή η παράσταση που ακροβατεί ανάμεσα στο ντοκουμέντο και τη μυθοπλασία.

Περνώντας στην ηρωίδα που ερμηνεύετε, πώς θα μας συστήνατε την Αντρία;

Η Αντρία του έργου “Δύο Πορτοκάλια για τα Χριστούγεννα” είναι μία Ρουμάνα της γενιάς μου που έζησε, παιδί, τα γεγονότα του ’89, την πτώση του Καθεστώτος Τσαουσέσκου και μετράει τις πληγές της μέχρι σήμερα. Έχει γνωρίσει και ερωτευτεί τον Λουτσιάν, τον πιο αμφιλεγόμενο χαρακτήρα του έργου που κουβαλάει πολλά μυστικά για το δικό του παρελθόν.  Έχει επιλέξει να γίνει πολιτική επιστήμονας γιατί «ψάχνει να βρει απαντήσεις», όπως λέει, προσπαθώντας -ως κόρη και ως πολιτική επιστήμονας- να συγκροτήσει την ταυτότητα των γονιών της, και κατ’ επέκταση την δική της, ως πολιτικών όντων. Αποφασίζει να ανοίξει τον φάκελο των Μυστικών Υπηρεσιών που αφορά στους γονείς της. Ο φάκελος βρίσκεται -μέχρι και σήμερα- στο Τσε-νε-σας (CNSAS), το Κρατικό Ίδρυμα όπου φυλάσσονται, στην παραγματικότητα, οι φάκελοι της Σεκουριτάτε, στο οποίο έχουν πρόσβαση όλοι οι πολίτες (Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς που μας μίλησαν στο Βουκουρέστι δεν ήθελαν να ανοίξουν τον δικό τους, φοβούνται ή έχουν άρνηση). Αφού, λοιπόν, ανοίγει τον φάκελο, η Αντρία έρχεται αντιμέτωπη με αλήθειες που κλονίζουν κάθε της βεβαιότητα και συνειδητοποιεί ότι, μπορεί να έχει ζήσει όλη της τη ζωή με ανθρώπους που την αγάπησαν πραγματικά όμως, ήταν μια ζωή ολόκληρη μέσα σε ένα ψέμα. Οι αποκαλύψεις δεν σταματούν εκεί. Μαθαίνει πράγματα για τον Λουτσιάν που αγνοούσε, και καταρρέει. Όλα αυτά την καθιστούν έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα. Δεν θέλω να σας μαρτυρήσω τι είναι αυτό που θα της συμβεί για να μην σας στερήσω την αγωνία, το σασπένς και την έκπληξη όταν θα έρθετε να δείτε την παράσταση. 

Τι είναι για την Αντρία τα «Δύο πορτοκάλια για τα Χριστούγεννα» και τι για την Ελένη;

Ο τίτλος ¨Δύο πορτοκάλια για τα Χριστούγεννα” κρύβει μια πολύ συγκινητική ιστορία που απαντά και στα δύο σκέλη της ερώτησής σας. Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων-συζητήσεων με τους ανθρώπους που συναντήσαμε στο Βουκουρέστι αλλά και με την Αντρία, όλοι μίλησαν για τις στερήσεις που βίωσαν, σε όλα τα επίπεδα, αλλά κυρίως για την πείνα, τις ουρές, τα δελτία σίτισης, τις μικρές ποσότητες φαγητού που δικαιούταν η κάθε οικογένεια. Οι -διαφορετικού ύφους- αφηγήσεις καθενός και καθεμιάς από αυτούς, είχαν έναν κοινό παρονομαστή. Μια λεπτομέρεια που κανένας δεν ξεχνούσε να αναφέρει και που, για μένα αποτέλεσε και την πιο ιδιαίτερη στιγμή (που δεν ήταν μία, αλλά τέσσερις) σε όλο το ταξίδι μας. Όλοι, περίπου, κατέληγαν στη φράση “Κάθε Χριστούγεννα, όμως,  παρά την πολιτική λιτότητας, δικαιούμασταν δύο πορτοκάλια κάθε οικογένεια”. Μας περιέγραφαν τη λαχτάρα με την οποία τα περίμεναν και τα έτρωγαν (μέχρι τέλους, πολλές φορές και τη φλούδα) και λέγοντάς μας αυτό, συγκινούνταν βαθιά. Ενεργοποιώντας, σχεδόν, τους σιελογόνους αδένες τους (και μ α ς , φυσικά) μας μετέδιδαν κάθε μνήμη, κάθε βίωμα, κάθε συναίσθημα. Το είπε ο πρώτος, σκεφτήκαμε πόσο δύσκολα θα πέρασαν με την πείνα. Το είπε ο δεύτερος, κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Το είπε ο τρίτος αρχίσαμε να μην αισθανόμαστε βολικά πάνω στις καρέκλες. Το είπε και ο τέταρτος κι ανατριχιάσαμε. Και κάπως έτσι, αυθόρμητα και από κοινού, μας ήρθε ο τίτλος. Το σκεφτήκαμε συγχρόνως. Ήταν μια κοινή βιωματική εμπειρία που δεν μας έδινε άλλη επιλογή. Όταν επιστρέψαμε στην Αθήνα, συναντήσαμε μια συνάδελφο, ηθοποιό, που μας ρώτησε ποια θα είναι η επόμενη δουλειά μας. Όταν της αναφέραμε τον τίτλο, δάκρυσε γιατί θυμήθηκε τον πατέρα της και τις στερήσεις που εκείνος έζησε στην Ελλάδα, αλλά και  τη χαρά που αισθανόταν κάθε φορά που έβρισκε ένα πορτοκάλι για να φάει… Εκεί συνειδητοποίησα ότι το πορτοκάλι, για ολόκληρες γενιές (και για εμάς πλέον) δεν είναι ένα απλό φρούτο. Θα μπορούσε να αναχθεί σε κάτι σαν σύμβολο.

Χωρίς να προδώσετε κάτι για την ιστορία ποια είναι για ‘σας η πιο δυνατή στιγμή του έργου και γιατί;

Η σκηνή μέσα στην οποία η Αντρία ανακαλύπτει την αλήθεια για το παρελθόν της, και για όσα της κρύβει ο Λουτσιάν. Πολλά νέα δεδομένα έρχονται -από το πουθενά- στην επιφάνεια και κλονίζουν κάθε βεβαιότητα που είχε στην ζωή της. Μένει σε εκκρεμότητα, ολότελα μόνη της, εύθραυστη και δυνατή ταυτόχρονα.  

Πώς αισθάνεστε όταν καλείστε να αναμετρηθείτε με την ιστορία αληθινών ανθρώπων, των οποίων οι ζωές και οι αφηγήσεις σας εμπιστεύθηκαν, αντί να ερμηνεύετε έναν μυθοπλαστικό χαρακτήρα και πώς αυτή η εμπειρία διαφοροποιείται από την προσέγγιση ενός καθαρά μυθοπλαστικού έργου;

Ο χαρακτήρας του δικού μας έργου, της Αντρια, έχει κρατήσει πολύ λίγα στοιχεία του χαρακτήρα της πραγματικής ζωής. Το περισσότερο μέρος είναι μυθοπλασία. Το γεγονός όμως ότι άκουσα τόσες πολλές αληθινές ιστορίες ανθρώπων εκεί,  μ’ έφερε αυτόματα πιο κοντά στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, στο να το κατανοήσω και να συναισθανθώ περισσότερο αυτούς τους ανθρώπους που έζησαν τον φόβο και την ανασφάλεια και κληρονόμησαν τόσες ενοχές. Το ότι ήμουν παρούσα στις αφηγήσεις τους ήταν πολύ σημαντικό γιατί έγινα μάρτυρας των συναισθημάτων τους κι αυτό με επηρέασε πολύ στην προσέγγιση του ρόλου μου.

Πόσο σημαντικό είναι να συγγράφονται και να ανεβαίνουν έργα για λιγότερο φωτισμένες, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμες, στιγμές της σύγχρονης ιστορίας;

Για εμάς είναι συναρπαστικό να μπαίνουμε βαθιά μέσα στις ιστορίες και να ανακαλύπτουμε τις λεπτομέρειες. Συνήθως γνωρίζουμε τα γεγονότα έξω έξω, από την ιστορία που έχει καταγραφεί  και πολλές φορές δεν γνωρίζουμε και την πραγματική αλήθεια. Εδώ ήταν σημαντικό που μιλήσαμε με τους απλούς ανθρώπους και μας μετέφεραν όλα όσα βίωσαν και τα συναισθήματα τους. Καταλαβαίνω, εκ των υστέρων, από τον κόσμο που μας μιλάει μετά την παράσταση, ότι είναι πολύ σημαντικό να μιλάς για τις ιστορίες του απλού κόσμου σε τέτοιες κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες γιατί μέσα από αυτές μπορείς να κατανοήσεις καλύτερα το μέγεθος των πραγμάτων, την μεγάλη εικόνα, Γιατί είναι ειπωμένες με απλότητα και αισθάνεσαι ότι θα μπορούσες εύκολα να είσαι εσύ στη θέση τους. Μαθαίνεις ιστορία κι αυτό σε κάνει να συνδυαλέγεσαι με το παρόν σου με την δική σου συγκυρία, κάνεις τις αναγωγές σου, γίνεσαι σοφότερος.

Η παράσταση έχει ήδη διανύσει μια επιτυχημένη πορεία στην Αθήνα και έχει ταξιδέψει και σε άλλες περιοχές. Υπήρξε κάποια «μαρτυρία» θεατή που σας άγγιξε;

Είναι αμέτρητες οι ιστορίες και συγκινητικές. Έρχονται Ρουμάνοι που ζουν χρόνια στην Ελλάδα και μετά περιμένουν να μας μιλήσουν συγκινημένοι, μας αγκαλιάζουν και μας λένε τις ιστορίες τους. Με τις ιστορίες που έχουμε ακούσει θα μπορούσαν να γραφτούν άλλα δέκα έργα.

Για τον θεατή που θα ταξιδέψει στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου μέσω της παράστασης, ποιο θα είναι το κυρίαρχο συναίσθημα όταν θα φύγει από το θέατρο;

Δεν θέλω να καθορίζω εγώ ή να ξέρω στα σίγουρα το τι θα πάρει ο θεατής. Δεν θέλω να έχω αυτή την εξουσία κάποιας βεβαιότητας. Θα ήθελα αν μπορώ να τον ελευθερώσω να τα σκεφτεί όπως θέλει αυτός. Μπορώ να μιλήσω για μένα ως θεατή όλης αυτής της ιστορίας-εμπειρίας που σίγουρα με επηρέασε πολύ και μ’ έκανε να αναρωτηθώ για τις βεβαιότητές μου ως άτομο αλλά και για τις βεβαιότητες των συνόλων στα οποία ανήκω. Συνειδητοποίησα κάπως ότι η εξουσία πάντα υπάρχει και υπάρχει παντού. Σε κάθε σχέση στη φύση και στον πολιτισμό. Κι εκεί που υπάρχει το ζώο και ώπου υπάρχει το μυαλό. Εγώ ήρθα αντιμέτωπη με την σχέση μου με την εξουσία, με την αλήθεια και με την ενοχή που έχω κληρονομήσει από τις παλαιότερες γενιές.

ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ