ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ελένη Στεργίου

Λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης «Εμένα οι μικρές ιστορίες με νοιάζουν, Ναπολέων!» που ανεβαίνει στο Θέατρο Κύκλος στις 3, 4 και 5 Μαΐου, η ηθοποιός Ελένη Στεργίου μιλά στον Γιώργο Τζοβάρα. 

Πείτε μας λίγα λόγια για την παράσταση «Εμένα οι μικρές ιστορίες με νοιάζουν, Ναπολέων!».

Είναι μια αφηγηματική παράσταση λόγου και μουσικής στην οποία συμμετέχουμε εγώ, η Πηνελόπη Μαρκοπούλου και ο Κ. Μάρκελλος. Αφηγούμαστε όλους τους ρόλους με δυνατό συμπαίκτη μας τη μουσική. 


Ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι από φτωχή οικογένεια, η Αντζελίνα Πιέτρι, αφήνει την Κορσική (πατρίδα δική της, αλλά και του Ναπολέοντα Βοναπάρτη), και καταφεύγει στο Παρίσι, στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, τον οποίο γνωρίζει και λατρεύει μέσα από τα αμέτρητα πορτραίτα του που κρέμονται σε κάθε γωνιά του κόσμου. Φαντασιώνεται πως όσο καλύτερα κάνει τη δουλειά της, τόσο πιο κοντά έρχεται σ’ αυτόν. Τα όνειρά της, να τον συναντήσει, θα σκοντάψουν πάνω σε μια ντροπιαστική νύχτα απόρριψης στα ενδότερα του παλατιού, πάνω στα απαξιωτικά λόγια των Κυριών της Αυλής, πάνω στα χυδαία βλέμματα και τις σεξουαλικές ορέξεις των στρατιωτών του Ναπολέοντα. Ένας εξ αυτών θα αφήσει έγκυο την νεαρή κοπέλα. Το αγόρι που θα γεννηθεί, μεγαλώνοντας, θα σταλεί να πολεμήσει στο πλευρό του Μεγάλου Στρατηλάτη για να κατακτήσει μαζί του τον κόσμο.

Όμως, η Μεγάλη Ιστορία έχει άλλα σχέδια για την Αντζελίνα και τον Βοναπάρτη: Μετά την ήττα στο Βατερλό, ο μεγάλος αυτοκράτορας θα γυρίσει στο Παρίσι ντροπιασμένος και ανεπιθύμητος, σχεδόν τόσο ελάχιστος όσο κι εκείνη. Η μικρή Αντζελίνα Πιέτρι, τελευταία φανατική της εξουσίας του, θα προσπαθήσει πάση θυσία να τον κάνει δικό της.

Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε αρχικά στο μυθιστόρημα του Ροτ; Λογοτεχνική γοητεία, ιστορική πρόκληση ή κάτι εντελώς προσωπικό;

Ο Γιοσεφ Ροτ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς, έχει γράψει πολύ σημαντικά μυθιστορήματα. Οι 100 μέρες για μένα είναι απ’ τα καλύτερα του. Σκύβει πάνω στη φύση του ανθρώπου με τρυφερότητα κι αυτό είναι κάτι που με αφορά πολύ μέσα στο ζοφερό κλίμα που ζούμε τα τελευταία χρόνια. Η τρυφερότητα, η κατανόηση για τον άνθρωπο και για τα κατώτερα ένστικτά του. Μιλά για τις σχέσεις εξουσίας μέσα από ιστορίες «απλών και ασήμαντων ανθρώπων» αλλά και του ίδιου του Ναπολέοντα. Το κυκλώνει από πολλές μεριές με έναν τρόπο που σε αφήνει να σκεφτείς και να ταυτιστείς με όλους τους χαρακτήρες του συγχρόνως και την ίδια στιγμή να τους απορρίψεις. Μου αρέσει γιατί έχει μια ψύχραιμη και καθαρή ματιά που δεν αφορίζει αλλά αποδέχεται. συνδιαλέγεται με το «καλό» και με το «κακό». Μέσα λοιπόν σε αυτή την εποχή που ζούμε, που είμαστε έτοιμοι να θεοποιήσουμε και να κατασπαράξουμε με την ίδια ευκολία, αυτό το βιβλίο είναι μια όαση, μία ψύχραιμη φωνή που ηρεμεί την ψυχή μου και μου δίνει ανάσα.

Έχοντας διασκευάσει το μυθιστόρημα με τον Κ. Μάρκελλο, ποια ήταν τα σημεία εκείνα που εστιάσατε και θέλατε να αναδείξετε με τη διασκευή σας;


Δουλέψαμε πάνω στις σχέσεις εξουσίας, καθώς και στις τραγικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στις ζωές των «απλών και ασήμαντων» η προσκόλληση και η λατρεία στον ισχυρό. Τα θέματα εξουσίας που συναντάμε σε κάθε μορφή σχέσης.

Πόσο αλλάζει η σκηνική αφήγηση μιας σχέσης εξουσίας όταν ο φακός στρέφεται στον ασήμαντο;

Ο φακός εδώ δεν στρέφεται στον ασήμαντο. Στρέφεται στον άνθρωπο και στη δυνατότητα του να γίνει σημαντικός ή ασήμαντος, να φτιάξει μία μικρή ή μεγάλη ιστορία για τον ίδιο αλλά και για τους γύρω του. Γι’ αυτό αγαπώ αυτόν τον συγγραφέα τόσο πολύ. Γιατί δεν φανατίζεται. Είναι μια ψύχραιμη φωνή που σου λέει πως ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα πράγμα και πως είναι ικανός για το τίποτα και το σπουδαίο. Σε κάνει να σκεφτείς πάνω στα θέματα εξουσίας, να ταυτιστείς με όλους τους χαρακτήρες και την ίδια στιγμή να τους απορρίψεις. 

Τελικά, η πορεία της Αντζελίνας και του Ναπολέων είναι παράλληλοι ή κινούνται εντελώς αντίθετα;

Η παράσταση μας ακολουθεί τις αντίστροφες πορείες δύο φαινομενικά ασύμβατων ανθρώπων, μέχρι την τελική, απρόσμενη ένωσή τους: Ο σπουδαίος εκπίπτει, ο τίτλος φθίνει, ο μύθος τελειώνει και στο τέλος δε μένει παρά μόνο ο άνθρωπος. Ή μερικά, έστω, πολύχρωμα κουρέλια να τον θυμίζουν. Την Ιστορία γράφουν οι νικητές κι οι δυνατοί με το μελάνι τους, όμως αυτοί που την ποτίζουν με το αίμα τους είναι οι αφανείς και οι ελάχιστοι πρωταγωνιστές της, με τις μικρές, προσωπικές ιστορίες τους.

Γιατί η φράση «Εμένα οι μικρές ιστορίες με νοιάζουν, Ναπολέων» κρίθηκε τόσο σπουδαία ώστε να αποτελέσει τον τίτλο της παράστασης;

Ακριβώς επειδή επιλέξαμε να μιλήσουμε για την ιστορία ενός «απλού και ασήμαντου ανθρώπου» της πλύστρας του αυτοκράτορα, που τον ερωτεύτηκε σφόδρα. Πιάσαμε την μικρή ιστορία της μικρής Αντζελίνας Πιέτρι που μέσα από αυτή φανερώνεται και η μεγάλη ιστορία που γράφει ο Ναπολέων Βοναπάρτης. Διαλέξαμε λοιπόν την δική της οπτική γιατί μέσα από αυτή είδαμε να φωτίζεται μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ανθρώπου. Είδαμε μέσα από την ιστορία της, πόσο ισχυρό αντίκτυπο στις μικρές ιστορίες των απλών ανθρώπων, έχει η λατρεία και η προσκόλληση στον ισχυρό.

Στην παράσταση η ιστορία αφηγείται από την πλευρά μιας γυναίκας. Μήπως η σπανιότητα τέτοιων προσεγγίσεων τις κάνει τόσο απαραίτητες, ειδικά σήμερα;

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κάνουμε τη διασκευή του έργου εγώ και ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος, που αν και διαφορετικά τα φύλα μας, επιλέξαμε να πούμε την ιστορία από την πλευρά της Αντζελίνας που δεν είναι μόνο γυναίκα, είναι και μια φτωχή γυναίκα! Γιατί το έργο μιλάει με τον τρόπο του και για την θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Αλλά δεν μένει σε αυτό μόνο. Το ζήτημα είναι πιο μεγάλο. 

Την απάντηση στο ερώτημα σας την έχει δώσει ήδη ο συγγραφέας του έργου, ο Γιόζεφ Ροτ. Έχει βάλει την Αντζελίνα να συζητάει με τον ανάπηρο τσαγκάρη στο τέλος και να λένε τα εξής:

“…Αν ήμουν άντρας…”, σκέφτηκε και άθελά της το ‘πε δυνατά . “..Αν ήμουν άντρας…” “Τι θα ‘κανες;” “Δεν θα τον άφηνα να φύγει, θα πήγαινα μαζί του!“ ”Ούτε οι άντρες μπορούν να αλλάξουν κάτι”, είπε ο Βοκούρκα, “…από τα Μεγάλα που γίνονται στον κόσμο. Θα έπρεπε να είναι κανείς το ίδιο μεγάλος με Εκείνον για να μπορέσει να αλλάξει το παραμικρό. Για μας τους μικρούς και ασήμαντους, άντρας ή γυναίκα, το ίδιο κάνει”.

Η μουσική στην παράσταση δεν είναι απλώς συνοδευτική· είναι ενεργό στοιχείο της αφήγησης. Τι επιδιώξατε να επικοινωνήσετε μέσα από αυτήν;

Είναι μια παράσταση λόγου και μουσικής! Υπάρχει μουσική από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δραματουργίας. Φτιάχνει την ατμόσφαιρα του έργου και συνομιλεί συνεχώς με τις φωνές μας. Ακολουθεί την αφήγηση μας, είναι ένας τέταρτος παρτενέρ! Στην παράσταση το ηχητικό τοπίο το φτιάχνουμε οι 3 ηθοποιοί επί τόπου στη σκηνή. Είναι το μέσο που μας βοηθάει να αφηγηθούμε την ιστορία και όλους τους χαρακτήρες ως τρεις σύγχρονοι ραψωδοί.

Είναι η δεύτερη παράσταση με την οποία επισκέπτεστε τα Γιάννενα, για φέτος. Ποια συναισθήματα σας άφησε η προηγούμενη παρουσία σας και τι ευελπιστείτε για τη νέα; Πόσο σημαντικό είναι να ταξιδεύουν παραστάσεις στην επαρχία;

Ήρθαμε πριν λίγους μήνες στο ΔΗΠΕΘΕ με την προηγούμενη δουλειά μας «ΔΥΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ» και η ανταπόκριση του κόσμου των Ιωαννίνων ήταν συγκινητική. Έχω γεννηθεί κι έχω μεγαλώσει στην πόλη και για μένα είναι πολύ σημαντικό να έρχομαι εδώ και να παρουσιάζω την δουλειά μου. Είναι η πατρίδα μου, το σημείο αναφοράς μου. Όπως χαιρόμουν όταν ήμουν μικρή ως παιδί της επαρχίας να βλέπω παραστάσεις, έτσι νιώθω κι εγώ τώρα την ανάγκη να ερχόμαστε εδώ και να παρουσιάζουμε με την ίδια ποιότητα που παρουσιάζουμε και στην Αθήνα τη δουλειά μας και να συμβάλλω κι εγώ εδώ όπως μπορώ από το μετερίζι μου. Έτσι μόλις κάναμε την πρεμιέρα μας στην Αθήνα, την επόμενη μέρα ταξιδέψαμε για Γιάννενα για να στήσουμε στο θέατρο Κύκλος, ένα θέατρο που μας έχει φιλοξενήσει πολλές φορές στο παρελθόν και το αγαπάμε πολύ! Ευελπιστώ να αγαπήσετε την νέα μας παράσταση με τον ίδιο τρόπο που αγκαλιάσατε την προηγούμενη. Σας περιμένουμε!

ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ